θλιβω

θλιβω
    θλίβω
    (ῐ) (fut. θλίψω, pf. τέθλῐφα; pass.: aor. ἐθλίφθην, pf. τέθλιμμαι)
    1) жать, давить, сжимать, сдавливать
    

(τὸν ὄρρον Arph.; τοὺς ὄφεις Dem.; ἀντιθλίβεται τὸ θλίβων Arst.)

    οὐδεὴς οἶδεν, ὅπου με θλίβει Plut. погов. — никто не знает, где жмет у меня (обувь), т.е. никто не знает моих забот;
    χείλεα θ. Theocr. — крепко целовать в губы

    2) вытеснять
    

(τὸ ψυχρὸν θλίβει τὸ ἐνὸν θερμόν Arst.)

    τῷ πνεύματι θλιφθείς Plat. — теснимый воздухом, т.е. под давлением воздуха

    3) med. тереться
    

φλιῇσι θλίβεσθαι ὤμους Hom. — тереться плечами о (чужие) косяки, т.е. ходить по миру

    4) перен. сжимать, стеснять, ограничивать, уменьшать
    

θλιβομένα καλύβα Theocr. — тесная хижина;

    μικρέ ζωέ τεθλιμμένη Anth. — короткая жизнь;
    τὰ θλιβόμενα τῆς μάχης Plut.(самые) опасные места сражения;
    βίος τεθλιμμένος Anth. — бедное существование, скудные средства к жизни;
    τεθλιμμένη ὁδός NT. — узкая дорога

    5) угнетать, мучить
    

(τοῖς οἰκέταις Luc.; ἐν παντὴ θλιβόμενοι NT.)

    ὡς θλίβομαι! Arph. — как мне тяжело!;
    θλιβόμενοι διὰ τὸν πόλεμον Arst. — удрученные войной


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "θλιβω" в других словарях:

  • θλιβώ — θλιβῶ (Μ) (ενεργ. και μέσ.) θλίβομαι, λυπάμαι, στενοχωριέμαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < θλιβός ή μεταπλασμένος τ. τού θλίβω αναλογικά προς συνώνυμα ρήματα (π.χ. λυπώ)] …   Dictionary of Greek

  • θλίβω — βλ. πίν. 7 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.) …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • θλίβω — (ΑΜ θλίβω) 1. πιέζω κάτι δυνατά ώστε να ελαττωθεί ο όγκος του, συμπιέζω, σφίγγω, ζουλώ, ζουλίζω 2. στενοχωρώ, προξενώ λύπη, προκαλώ ψυχική πίεση, στενοχώρια («μέ θλίβει η στάση του») 3. (μέσ. και παθ.) θλίβομαι λυπάμαι, αισθάνομαι θλίψη,… …   Dictionary of Greek

  • θλίβω — θλί̱βω , θλίβω squeeze pres subj act 1st sg θλί̱βω , θλίβω squeeze pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλίβω — έθλιψα, θλίφτηκα και θλίβηκα, θλιμμένος 1. προξενώ λύπη, στενοχωρώ: Με θλίβει το γεγονός αυτό. – Έθλιψε την Ελλάδα νύχτα αιώνων (Κάλβος). 2. ζουλώ, πιέζω. 3. το παθ., θλίβομαι λυπάμαι, στενοχωριέμαι: Θλίβομαι που τον βλέπω σε τέτοια κατάσταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • θλῖβον — θλίβω squeeze pres part act masc voc sg θλίβω squeeze pres part act neut nom/voc/acc sg θλίβω squeeze imperf ind act 3rd pl (homeric ionic) θλίβω squeeze imperf ind act 1st sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψον — θλίβω squeeze aor imperat act 2nd sg θλίβω squeeze fut part act masc voc sg θλίβω squeeze fut part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖβε — θλίβω squeeze pres imperat act 2nd sg θλίβω squeeze imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψαι — θλίβω squeeze aor imperat mid 2nd sg θλίβω squeeze aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψαν — θλίβω squeeze aor part act neut nom/voc/acc sg θλίβω squeeze aor ind act 3rd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θλῖψε — θλίβω squeeze aor ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»